ἀσαλής

ἀσαλής
Grammatical information: adj.
Meaning: EM l51, 49 = A. (Fr. 319) = `ἄφροντις, ἀμέριμνος', attribute of μανία.
Derivatives: EM = Sophron (113) ἀσάλεια (cod. ἀσαλέα) = ἀμεριμνία καὶ ἀλογιστία.
Origin: XX [etym. unknown]
Etymology: Acc. to EM from σάλη = `φροντίς'. Scholars derive it from σάλος (with transition to the s-stems), given by Hesychius as = `φροντίς, ταραχή'. This is identified with σάλος `tossing motion' (s.v.); however, this seems quite doubtful. σάλη (also σάλα H.) would be a back-formation of ἀσαλής and ἀσαλεῖν (cod. ἀσάλειν) ἀφροντισθῆναι.
Page in Frisk: 1,159-160

Greek-English etymological dictionary (Ελληνικά-Αγγλικά ετυμολογική λεξικό). . 2010.

Look at other dictionaries:

  • ασαλής — ἀσαλής, ές (Α) αυτός που δεν φροντίζει για τίποτε. [ΕΤΥΜΟΛ. < α στερ. + σάλος «φροντίδα» (Ησύχ.), με σχηματισμό κατά τα σύνθετα επίθετα σε ής (πρβλ. ακηδής, αναιδής, ευανθής κ.ά.)] …   Dictionary of Greek

  • ἀσαλής — unthinking masc/fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀσαλῆ — ἀσαλής unthinking neut nom/voc/acc pl (attic epic doric) ἀσαλής unthinking masc/fem/neut nom/voc/acc dual (doric aeolic) ἀσαλής unthinking masc/fem acc sg (attic epic doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀσαλές — ἀσαλής unthinking masc/fem voc sg ἀσαλής unthinking neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀσαλέας — ἀσαλής unthinking masc/fem acc pl (epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.